118

Χειμώνας 2018

σελ.92-111

Δομικοί και Διακοσμητικοί Λίθοι των μνημείων της Θεσσαλονίκης

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η Θεσσαλονίκη διατήρησε σε όλη την διάρκεια της ιστορίας της την πλεονεκτική γεωστρατηγική θέση που είχε. Αυτό επηρέασε και την οικονομία της πόλης κάτι που φαίνεται στα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Από την αρχή επικράτησε ένας αρχιτεκτονικός εκλεκτισμός τόσο στις κατασκευές της ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου όσο και στα οθωμανικά και στα σύγχρονα κτίσματά της. Οι δομικοί λίθοι με τους οποίους κατασκευάστηκαν τα μνημεία της πόλης δείχνουν σε μεγάλο βαθμό την ευρωστία σε όλες τις περιόδους. Στο κείμενο που ακολουθεί καταγράφονται μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα μνημείων στα οποία χρησιμοποιήθηκαν ξεχωριστοί δομικοί λίθοι, μερικοί από τους οποίους ήταν πολύ ακριβοί.

Κείμενο: Βασίλης Μέλφος

Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή

ΠΛΗΡΕΣ ΑΡΘΡΟ

Ο πρασινοσχιστόλιθος της Θεσσαλονίκης



Τα κριτήρια για την ίδρυση της Θεσσαλονίκης το 316 π.Χ. ήταν ποικίλα και φυσικά σχετιζόταν με το φυσικό περιβάλλον. Και επειδή η γεωλογία επηρεάζει το φυσικό περιβάλλον, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η γεωλογική δομή της περιοχής. Τα πετρώματα της Θεσσαλονίκης ανήκουν στην Περιροδοπική ζώνη και σχηματίστηκαν κατά το άνοιγμα και το κλείσιμο ενός τμήματος του ωκεανού της Τηθύος πριν από 150 με 250 εκατομμύρια χρόνια (Τριαδικό-Ιουρασικό). Ο λόφος της Άνω Πόλης και του Σέιχ Σου αποτελείται από πρασινίτες-πρασινοσχιστόλιθους, καθώς και από μεταμορφωμένα ιζήματα όπως φυλλίτες, αργιλικοί σχιστόλιθοι και μεταψαμμίτες. Οι πρασινίτες-πρασινοσχιστόλιθοι είναι μεταμορφωμένα ηφαιστειακά πετρώματα που σχηματίστηκαν στον βυθό του ωκεανού από μάγματα που προέρχονταν από τις σύνθετες διεργασίες του ωκεάνιου φλοιού. Γι’ αυτό τον λόγο τα πετρώματα αυτά είναι ιδιαίτερα σκληρά και ανθεκτικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν συμπαγή υφή και ονομάζονται πρασινίτες, ενώ συχνά παρουσιάζουν σχιστότητα και για αυτό ονομάζονται πρασινοσχιστόλιθοι.
Οι πρασινίτες-πρασινοσχιστόλιθοι αποτελούν το συχνότερο δομικό υλικό και χρησιμοποιήθηκαν ως αργοί (ακατέργαστοι) λίθοι σε όλα τα κτίσματα της πόλης από την ίδρυσή της έως και στις αρχές του 20ου αιώνα. Έτσι τους εντοπίζουμε κυρίως στα τείχη της Θεσσαλονίκης, στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά κτίσματα της πλατείας Διοικητηρίου, στα Ανάκτορα του Γαλέριου, στην Καμάρα και στην Ροτόντα, στους βυζαντινούς ναούς, μέχρι και στην περιτοίχιση των παλιών νεκροταφείων της πόλης των αρχών του 20ου αι.
Τα πιο παλιά λατομεία αυτού του πετρώματος στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με εκτιμήσεις, εντοπίζονται γύρω από το ναό του Οσίου Δαβίδ ή αλλιώς Μονή του Σωτήρος Χριστού του Λατόμου, στην Άνω Πόλη. Η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 831 και οφείλεται στην παρουσία λατομείων στην περιοχή. Από επιτόπια έρευνα διαπιστώσαμε ότι σε όλη την έκταση της Άνω Πόλης και γύρω από τον Όσιο Δαυίδ υπάρχουν ίχνη παλιών λατομείων, τα οποία όμως δεν μπορούν να χρονολογηθούν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πρασινοσχιστόλιθος εξορυσσόταν με την μέθοδο της απόσπασης με σιδερένιους λοστούς, χωρίς να είναι απαραίτητη η κοπή των ογκόλιθων, λόγω της φύσης του πετρώματος, και έτσι δεν υπάρχουν σαφή ίχνη, ώστε να είναι δυνατή η χρονολόγηση των λατομείων.
Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο λατομείο πρασινοσχιστόλιθου ήταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο οικισμός της Ευαγγελίστριας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, έκτασης περίπου 100 στρεμμάτων. Η έναρξη λειτουργίας των λατομείων στην Ευαγγελίστρια δεν είναι γνωστή. Ίσως να ξεκίνησαν στα Ελληνιστικά χρόνια που κτίστηκε η Θεσσαλονίκη, πιθανώς κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια την εποχή του Γαλέριου, (4ος αι. μ.Χ.) όταν η πόλη ανοικοδομήθηκε και κατασκευάστηκαν σημαντικά κτίσματα (ανάκτορα, αψίδα, Ροτόντα, τείχη κ.ά) ή ίσως και κατά την Βυζαντινή εποχή, όταν επίσης κατασκευάστηκαν οι περισσότεροι ναοί της Θεσσαλονίκης.
Η σύγχρονη δραστηριότητα των λατομείων της Ευαγγελίστριας, υπολογίζεται στον 18o αι. Τα λατομεία αυτά αποτελούσαν πηγή για την εξόρυξη ογκόλιθων που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης αλλά και την δημιουργία της προέκτασης της παραλίας μπροστά από το Βασιλικό Θέατρο καθώς και σε πλήθος άλλων δομικών έργων της πόλης. Η μεταφορά των υλικών γινόταν με ατμομηχανές και βαγόνια μέσω σιδηροδρομικών γραμμών. Άλλα λατομεία, από όπου εξορυσσόταν αυτό το πέτρωμα, βρίσκονται βορειότερα της Ευαγγελίστριας προς τον Άγιο Παύλο, καθώς επίσης και εκεί που είναι σήμερα το Θέατρο Δάσους και το Θέατρο Γης. Επίσης λατομεία υπήρχαν στις Συκιές, τόσο στην Βάρνα όσο και στη θέση του γηπέδου μπάσκετ του ΒΑΟ.
Προκύπτει λοιπόν ότι υπήρχε άφθονο δομικό υλικό στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης για την κατασκευή των δημόσιων κτισμάτων, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της πόλης. Θεωρούμε μάλιστα ότι η μορφολογία της Άνω Πόλης, που κατά την αρχαιότητα σημαντικό τμήμα της δεν κατοικούνταν, καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό και από την εξόρυξη σημαντικών ποσοτήτων του πρασινίτη-πρασινοσχιστόλιθου.

 

Οι διακοσμητικοί λίθοι σε μνημεία της Θεσσαλονίκης



Ένας σημαντικός αριθμός διακοσμητικών λίθων που περιγράψαμε παραπάνω χρησιμοποιήθηκε στα μνημεία της Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα κατά τα Ρωμαϊκά και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια, που υπήρχε περισσότερος πλούτος. Το κόστος αυτών των λίθων ήταν πολύ μεγάλο και δεν ήταν πάντα δυνατή η χρήση τους. Για τον λόγο αυτό μετά από καταστροφές από σεισμούς και πυρκαγιές, ήταν συνηθισμένο το φαινόμενο της δεύτερης χρήσης τους (spolia), κάτι που φαίνεται από την ανομοιογένεια στο είδος των πετρωμάτων και στο μέγεθός τους, σε ορισμένα μνημεία, κυρίως σε αυτά που κατασκευάστηκαν μετά από τον 6ο αι. π.Χ.
Μία από τις σημαντικότερες και σχετικά άγνωστες ιστορίες της Θεσσαλονίκης είναι η μεταφορά αρχιτεκτονικών μελών από τον Ναό της Αφροδίτης, που χρονολογείται στα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αι. π.Χ. στην Αίνεια, (σημερινή Μηχανιώνα) στην περιοχή της σημερινής πλατείας Αντιγονιδών. Στην περιοχή αυτή ήταν το σημείο των ρωμαϊκών Ιερών και η μεταφορά έγινε κατά τα μέσα του 1ου αι. μ.Χ., επί Ιουλίου Καίσαρα, για την κατασκευή μεγαλοπρεπούς ναού. Τα αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν σε ανασκαφές στην πλατεία Αντιγονιδών εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, σε ειδικό χώρο. Έχουν τεράστιο μέγεθος και αυτό φαίνεται από το μέγεθος των κιονόκρανων και από το ύψος των κιόνων που φθάνει τα 7 μέτρα. Όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη είναι κατασκευασμένα από αδρόκοκκο λευκό-λευκτότεφρο μάρμαρο που προερχόταν από τα λατομεία της Θάσου τα οποία μόλις είχαν ξεκινήσει τη λειτουργία τους.
Στην Αρχαία Αγορά Θεσσαλονίκης έχουν ανιχνευθεί διάφορες φάσεις κατασκευής που προσδιορίζονται από τα τέλη του 3ου ή τις αρχές του 2ου αι. π.Χ. έως και τον 4ο αι. μ.Χ. Καθόλη τη διάρκεια αυτών των φάσεων χρησιμοποιήθηκαν διακοσμητικοί λίθοι από διάφορα πετρώματα. Εντύπωση προκαλούν οι 200 κίονες που περιστοίχιζαν την πλατεία, από τους οποίους εντοπίστηκε μόνον ένας και αναστηλώθηκε στην αρχική του θέση. Όλοι οι υπόλοιποι κίονες χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως οικοδομικό υλικό σε διάφορα δημόσια κτήρια σε δεύτερη χρήση (spolia). Το μάρμαρο των κιόνων καθώς και των περισσότερων μαρμάρινων κατασκευών στην πλατεία της Αρχαίας Αγοράς ήταν από την Θάσο. Επίσης το δάπεδο του Ωδείου-Θεάτρου της Αγοράς διακοσμήθηκε με πλάκες από Πράσινο Θεσσαλικό λίθο (Χασάμπαλη Λάρισας) και καρύστιο λίθο (Κάρυστος Ν. Εύβοιας), από διάφορα λευκά μάρμαρα και από το περίφημο ρόδινο κροκαλοπαγές της Αιανής Κοζάνης.
Η κιονοστοιχία των Ειδώλων, τμήμα ενός πολυτελούς συγκροτήματος λουτρών νότια της Αγοράς, που χρονολογείται στον 3ο αι. μ.Χ., είναι διάσημη για τις 8 μοναδικές ανάγλυφες μαρμάρινες μορφές που διακοσμούσαν τέσσερις πεσσούς, και σήμερα φιλοξενούνται στο Μουσείο του Λούβρου. Οι μορφές αυτές είναι γνωστές και ως «Μαγεμένες» ή Incantadas. Όλο αυτό το σύμπλεγμα στηριζόταν σε κίονες ύψους 5,90 μ. που έφεραν κορινθιακά κιονόκρανα. Οι ανάγλυφες μορφές, οι πεσσοί και τα κιονόκρανα είχαν κατασκευαστεί από λευκό μάρμαρο της Θάσου, ενώ οι κίονες από καρύστιο λίθο.



Η Αψίδα του Γαλέριου είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της Θεσσαλονίκης και αποτελεί τμήμα του Γαλεριανού συγκροτήματος που κατασκευάστηκε στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Από το 1988 έχει συμπεριληφθεί στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Το μνημείο αυτό είναι ευρέως γνωστό με την ονομασία «Καμάρα» και βρίσκεται στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης της Θεσσαλονίκης. Οι πεσσοί φέρουν μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις, που αναπαριστούν πρόσωπα και γεγονότα από τις πολεμικές επιχειρήσεις του Γαλέριου κατά των Περσών. Με βάση την ισοτοπική, ορυκτολογική και πετρογραφική μελέτη από τον υπογράφοντα, το λευκό μάρμαρο προέρχεται από τα λατομεία της Αλυκής Θάσου.
Στα ανάκτορα του Γαλέριου, επίσης από τις αρχές του 4ου αι. μ.Χ., χρησιμοποιήθηκαν αρκετοί λευκοί και ποικιλόχρωμοι δομικοί λίθοι, όπως στο Οκτάγωνο, που το δάπεδο είναι κατασκευασμένο από λευκό δολομιτικό μάρμαρο Θάσου, από Πράσινο Θεσσαλικό λίθο, από καρύστιο λίθο και από το κοκκινωπό λατυποπαγές μάρμαρο της Σκύρου. Επίσης σημαντική είναι η έκταση που καταλαμβάνει στο δάπεδο αυτό, ένα εξαιρετικά σπάνιο κροκαλοπαγές πέτρωμα κοκκινωπού χρώματος από την Αιανή Κοζάνης, που μέχρι σήμερα έχει χρησιμοποιηθεί μόνο στο Γαλεριανό συγκρότημα, στο Θέατρο της Αρχαίας Αγοράς και στις σύγχρονες κολώνες της οδού Αριστοτέλους στο ύψος της Εθνικής Τράπεζας, κάτω από την οδό Ερμού.
Ο ναός της Παναγίας Αχειροποιήτου είναι ένα από τα παλαιότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης και σώζεται στην ίδια μορφή, όπως κατασκευάστηκε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Κτίστηκε επάνω στα ερείπια ρωμαϊκού λουτρού, πιθανώς του 2ου-4ου αι. μ.Χ. Αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν αποκαλύψει κάτω από το σημερινό δάπεδο του βόρειου κλίτους του ναού, το ψηφιδωτό δάπεδο του λουτρού που διακοσμείται με λίθινες πλάκες από λευκό μάρμαρο και Πράσινο Θεσσαλικό λίθο. Πράσινος Θεσσαλικός λίθος χρησιμοποιήθηκε και για την κατασκευή των δύο εντυπωσιακών πανύψηλων μονολιθικών κιόνων στο πολυτελές «τρίβηλο», (το τριπλό άνοιγμα) που διαχωρίζει το νάρθηκα από τον κυρίως ναό. Κατά την είσοδο στην Αχειροποίητο η χρωματική αντίθεση του Πράσινου Θεσσαλικού λίθου με το λευκό μάρμαρο δημιουργεί θεαματικές αντανακλάσεις στο φως του ήλιου που μπαίνει από την είσοδο και τα παράθυρα. Είναι βέβαιο, ότι αυτοί οι πράσινοι κίονες λατομήθηκαν ειδικά για το ναό αυτό, λόγω της ομοιότητάς τους, και δεν βρίσκονται εκεί σε δεύτερη χρήση.
Το πέτρωμα όμως που δεσπόζει μέσα στην Αχειροποίητο και δίνει μία ιδιαίτερη ομορφιά είναι το Ταινιωτό Μάρμαρο Προκοννήσου. Όλοι οι κίονες που χωρίζουν τα κλίτη και στους δύο ορόφους, όπως και το δάπεδο του ναού, έχουν κατασκευαστεί από αυτό το μάρμαρο με τις κυανότεφρες ταινίες. Οι μαρμάρινες πλάκες της Προκοννήσου είναι κομμένες και τοποθετημένες αντικριστά, ώστε οι έντονες φλεβώσεις τους να δημιουργούν τοπικές συμμετρικές διατάξεις. Η επιλεκτική διάβρωση των λευκών και των τεφρών τμημάτων του πετρώματος από την διαρκή χρήση του ναού για περισσότερα από 1500 χρόνια έχει δημιουργήσει ένα ανεπαίσθητο ανάγλυφο που δίνει την αίσθηση του κυματισμού. Το ίδιο ακριβώς παρατηρείται σε μεγάλο τμήμα του δάπεδο της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.



Ο ναός του Αγίου Δημητρίου κατασκευάστηκε αρχικά επάνω στα ερείπια ενός ρωμαϊκού λουτρού, που μετά από διαδοχικές φάσεις οικοδόμησης και καταστροφές πήρε την τελική του μορφή τον 7ο αι. μ.Χ., ενώ καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά κατά την πυρκαγιά του 1917 και αναστηλώθηκε στην μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Οι κίονες του ναού έχουν κατασκευαστεί από διάφορα πετρώματα ποικίλων χρωμάτων και δεν έχουν όλοι το ίδιο ύψος. Προέρχονται από την παλαιότερη Βασιλική που υπήρχε στην ίδια θέση αλλά και από αλλά Ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης. Τα πετρώματα που δεσπόζουν στους κίονες είναι ο Πράσινος Θεσσαλικός λίθος και το μάρμαρο Προκοννήσου. Από αυτό το μάρμαρο έχουν διακοσμηθεί και οι πεσσοί του ναού. Επίσης οι δυτικές κολώνες είναι από τον χαρακτηριστικό κόκκινο πορφυρίτη Αιγύπτου και τα κιονόκρανά τους από γρανίτη. Στην ορθομαρμάρωση επικρατούσε στην κατεστραμμένη Βασιλική το σκυριανό κοκκινωπό λατυποπαγές μάρμαρο και κυρίως το εντυπωσιακό ταινιωτό καστανοκόκκινο μάρμαρο από την Ιασό της Καρίας στην Μικρά Ασία. Στον σημερινό ναό σώζονται μόνο τρεις τέτοιες πλάκες, στο νάρθηκα.
Ο ναός της Αγίας Σοφίας αποτελεί κατασκευή του 8ου αι. μ.Χ. και είναι χτισμένος επάνω στα ερείπια μίας μεγαλοπρεπούς παλαιοχριστιανικής Βασιλικής αφιερωμένης πιθανώς στον Άγιο Μάρκο, που καταστράφηκε από σεισμό το 620 μ.Χ. Τμήμα εκείνης της Βασιλικής σώζεται σήμερα στα νότια της Αγίας Σοφίας, στη θέση που είναι το Αγίασμα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η παλαιοχριστιανική Βασιλική είχε επίσης οικοδομηθεί επάνω σε προγενέστερο ρωμαϊκό λουτρό που περιελάμβανε θέρμες και δεξαμενές νερού. Μέρος του ρωμαϊκού λουτρού αποτελούσε το εξαγωνικό κριναίο οικοδόμημα του 3ου-4ου αι. μ.Χ. που μετατράπηκε σε βαπτιστήριο πιθανώς της αρχαιότερης Βασιλικής. Το οικοδόμημα αυτό είναι κατασκευασμένο από λευκό μάρμαρο Θάσου. Σε αυτήν την θέση σώζεται και ένας εντυπωσιακός μονολιθικός κίονας από καρύστιο λίθο καθώς και μεμονωμένοι κιονίσκοι από Πράσινο Θεσσαλικό λίθο.
Η Αγία Σοφία του 8ου αι. είναι διώροφη και οι κίονες είχαν κατασκευαστεί από Πράσινο Θεσσαλικό λίθο. Ο Evliya Chelebi, ο διάσημος Οθωμανός περιηγητής και συγγραφέας του 17ου αι., ο οποίος επισκέφθηκε την Αγία Σοφία της Θεσσαλονίκης, περιγράφοντας τη διακόσμησή της αναφέρει, με κάποια δόση υπερβολής βέβαια, ότι «στο προαύλιο της εξωτερικής πύλης υπάρχουν εννιά μαρμαροκολόνες, που η αξία της καθεμιάς είναι ίση με το χαράτσι που πληρώνουν οι γκιαούρηδες της Ρούμελης». Με αυτά τα λόγια ο Evliya Chelebi ήθελε να δείξει πόσο ακριβές και πολύτιμες ήταν αυτές οι κολόνες στην εποχή του, μεταξύ των οποίων και τέσσερις πράσινες που σήμερα φυλάσσονται στο προαύλιο του ναού. Προσθέτει όμως ακόμη ότι «καθώς μπαίνεις στην Αγία Σοφία της Θεσσαλονίκης υπάρχει ένας υπέροχος πράσινος άμβωνας αριστερά, που τον ανεβαίνεις από μία σκάλα με έξι σκαλοπάτια. Ο άμβωνας αυτός, ένα σπάνιο καλλιτεχνικό δημιούργημα, είναι γνωστός σε όλους τους περιηγητές της ξηράς και της θάλασσας ως ένα από τα πιο λαμπρά μνημεία του κόσμου». Σήμερα ο άμβωνας αυτός βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Ένας παρόμοιος, αλλά μικρότερος πράσινος άμβωνας του 5ου αι. μ.Χ., βρίσκεται στο Ναό του Αγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη.



Ο κατάλογος των μνημείων της Θεσσαλονίκης είναι εκτεταμένος και οι δομικοί και διακοσμητικοί λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν στην διάρκεια των αιώνων είναι περίπου αυτοί που περιγράψαμε παραπάνω. Θα πρέπει όμως να αναφέρουμε και δύο ακόμη τύπους πετρωμάτων που ανήκουν στην κατηγορία των δομικών και διακοσμητικών λίθων. Πρόκειται για τους πωρόλιθους και τους γρανίτες. Οι πωρόλιθοι είναι ελαφριά και ευλάξευτα πετρώματα και για τον λόγο αυτό είχαν χρησιμοποιηθεί από τα αρχαία χρόνια σε κατασκευές όπου χρειαζόταν μικρό βάρος σε τόξα, υπέρθυρα, γωνιόλιθους κλπ. Οι πωρόλιθοι ονομάζονται και «τραβερτίνες» και αποτελούν ιζηματογενή πετρώματα που σχηματίζονται σε περιοχές με γλυκά νερά, δηλαδή σε νερά αβαθών λιμνών, πηγών και κυρίως θερμών πηγών. Στις περιοχές αυτές τα υδροχαρή φυτά, που βρίσκονται μέσα στο νερό, καθώς και οι σωροί των φυτικών λειψάνων (κλαδιά, ρίζες, φύλλα κ.λπ.), διαβρέχονται συνέχεια από τα τρεχούμενα νερά με αποτέλεσμα, με την πάροδο του χρόνου, να περιασβεστώνονται, δηλαδή να αποτίθεται επάνω τους ανθρακικό ασβέστιο. Στη συνέχεια, με την καταστροφή των φυτικών ιστών, σχηματίζονται οι αποθέσεις τραβερτίνη που μπορεί να καταλαμβάνουν μεγάλες εκτάσεις. Η αρχαία λέξη «πώρος» σημαίνει το πουρί, δηλαδή την απόθεση αλάτων που είναι διαλυμένα στο νερό.
Οι τραβερτίνες συνήθως έχουν χρώμα κιτρινωπό, μερικές φορές όμως και ερυθρωπό λόγω της παρουσίας οξειδίων του σιδήρου. Η μάζα του πετρώματος παρουσιάζει μια χαρακτηριστική κυψελώδη δομή που περιλαμβάνει κενά σε μορφή σωληνίσκων, ευμεγεθών πόρων κ.λπ. Στην Θεσσαλονίκη ο λίθος αυτός εντοπίζεται σε πολλά μνημεία και πιθανώς να προέρχεται από γειτονικές περιοχές όπου υπάρχουν τέτοιες εμφανίσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το Ρετζίκι, την Απολλωνία, τη Νυμφόπετρα, και γενικά περιοχές με πηγές κατά μήκος του ρήγματος των λιμνών Βόλβης και Λαγκαδά. Επίσης εκτεταμένες εμφανίσεις τραβερτίνη εντοπίζονται στην Αγ. Παρασκευή Σουρωτής, στο Σκρα και αλλού. Εντούτοις ίχνη από λατομεία δεν έχουν εντοπιστεί αφού σε όλες τις περιπτώσεις οι πηγές ήταν ή είναι ενεργές και πιθανώς οι νεότερες αποθέσεις από τραβερτίνη και άλλων ιζημάτων να έχουν καλύψει τα ίχνη από την εξόρυξη των πετρωμάτων.
Άλλος ένας τύπος πετρώματος που χρησιμοποιήθηκε στα μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι τα μαγματικά πετρώματα, δηλαδή οι γρανίτες και οι ηφαιστίτες. Κάποια ιδιαίτερη μελέτη δεν έχει γίνει σε αυτούς τους δομικούς λίθους για την Θεσσαλονίκη, αλλά γενικά θεωρείται ότι η προέλευσή τους ήταν η Αίγυπτος. Κατά μήκος του Νείλου εντοπίζονται εκατοντάδες αρχαία λατομεία γρανίτη διαφορετικών χρωματισμών, που προμήθευαν τον αρχαίο κόσμο με μονολιθικούς κίονες για εκατοντάδες χρόνια.



Τέλος, ένα σημαντικό εύρημα των ανασκαφών για το μετρό Θεσσαλονίκης ήταν η αποκάλυψη του κεντρικού οδικού άξονα, του decumanus maximus, στον σταθμό Βενιζέλου. Ο decumanus στο σημείο διασταύρωσής του με κύριο κάθετο δρόμο (cardo), στο ύψος περίπου της σημερινής οδού Βενιζέλου, στρώθηκε με διάφορους τύπους μαρμάρου και η κατασκευή του ανάγεται στην ύστερη αρχαιότητα (4ος αι. μ.Χ.). Ωστόσο, σε μεταγενέστερη εποχή - πιθανότατα τον 6ο αι. - τμήμα του decumanus, μήκους 49 μ., επισκευάστηκε και διαπλατύνθηκε. Για την επίστρωση χρησιμοποιήθηκε ένα μαγματικό πέτρωμα από τη μακροσκοπική εξέταση του οποίου δεν ήταν δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός του.
Για να προσδιοριστεί με ακρίβεια το συγκεκριμένο πέτρωμα και η πηγή προέλευσης της πρώτης ύλης, αποφασίστηκε η πραγματοποίηση ορυκτολογικής, πετρογραφικής και γεωχημικής μελέτης από τον υπογράφοντα σε συνεργασία με την υπεύθυνη αρχαιολόγο κ. Κ. Κωνσταντινίδου. Προέκυψε λοιπόν ότι το πέτρωμα αυτό είναι βασάλτης, που αποτελεί ηφαιστειακό πέτρωμα με μεγάλη σκληρότητα και αντοχή στη μηχανική πίεση. Με βάση την μελέτη το πέτρωμα αυτό ταυτίζεται απόλυτα με τον βασάλτη από τα αρχαία λατομεία Φθιώτιδων Θηβών στις Μικροθήβες Μαγνησίας. Πρόκειται για λατομεία που λειτούργησαν εντατικά από την Ελληνιστική εποχή και κυρίως κατά τη Ρωμαϊκή και πρώιμη Βυζαντινή περίοδο και το υλικό που εξορύχθηκε διακινήθηκε μέσω ενός οργανωμένου δικτύου ανταλλαγών.

Συμπεράσματα

Η Θεσσαλονίκη υπήρξε από την ίδρυσή της σημαντικό εμπορικό κέντρο με λιμάνι και θαλάσσιες επικοινωνίες. Από την Ελληνιστική περίοδο, αλλά κυρίως κατά τα Ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά χρόνια η ευρωστία της πόλης φαίνεται από την επιλεκτική χρήση των διακοσμητικών λίθων στα δημόσια κτίρια. Οι ακριβοί και εξαιρετικής ποιότητας λίθοι όπως τα μάρμαρα από τη Θάσο, την Σκύρο και την Προκόννησο, ο Πράσινος Θεσσαλικός λίθος, ο καρύστιος λίθος, το κροκαλοπαγές από την Αιανή, το Σκυριανό λατυποπαγές μάρμαρο, το ταινιωτό μάρμαρο από την Ιασό της Καρίας στην Μικρά Ασία, οι γρανίτες από την Αίγυπτο, και ο βασάλτης από τις Μικροθήβες, αποτελούν είδος βασικής χρήσης στην αρχιτεκτονική της εποχής εκείνης και η επιλογή τους σχετίζεται με την οικονομία της πόλης. Η ισχυρή οικονομία καθόριζε και την επιλογή.
Συνεπώς, η ευρωστία επιτρέπει την επιλογή καλής ποιότητας διακοσμητικών λίθων από γνωστά λατομεία της εποχής. Η απόσταση και το κόστος φαίνεται ότι δεν αποτελούν εμπόδιο. Τα συγκεκριμένα λατομεία προσφέρουν υψηλής ποιότητας πρώτες ύλες, αντάξιες των απαιτήσεων μίας εξελισσόμενης πόλης σαν την Θεσσαλονίκη, και οι θαλάσσιες επικοινωνίες διευκολύνουν ακόμη περισσότερο την διακίνηση των ογκολίθων.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Lazzarini L., Athanasiou F., Malama V., Misa M., Sarantidou M. (2002): The pavements and marbles of the “Oktagon” of Galerius’ Palace in Thessaloniki. In: Lazzarini L. (ed.), Interdisciplinary Studies on Ancient Stone, ASMOSIA VI. Bottega d'Erasmo - Aldo Ausilio Editore, Padova, 107-115.
  • Melfos V. (2008). Green Thessalian Stone: The Byzantine quarries and the use of a unique architecture material from Larisa area, Greece. Petrographic and geochemical characterization. Oxford Journal of Archaeology, 27(4) 387–405.
  • Αδάμ-Βελένη Π. (2001) Θεσσαλονίκη νεράιδα, βασίλισσα, γοργόνα. Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 212 σ.
  • Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου Ε. (1989) Αχειροποίητος. Ο Μεγάλος Ναός της Θεοτόκου. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη, 48 σ.
  • Μέλφος Β. (2009). Ο Πράσινος Θεσσαλικός Λίθος και τα λατομεία της Χασάμπαλης. Δήμος Νέσσωνος, 80 σελ., ISBN 978-960-6700-38-5.
  • Μέλφος Β. (2015). Αρχαία λατομεία μαρμάρου στην Μακεδονία: ορυκτολογική, πετρογραφική και ισοτοπική (C,O) μελέτη. Πρακτικά του 10ου Συνεδρίου της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, 22-24 Οκτωβρίου 2014, Θεσσαλονίκη, 536-548.
  • Μέλφος Β., Κωνσταντινίδου Κ. (2016). Ορυκτολογική, πετρογραφική και γεωχημική μελέτη του πετρώματος που χρησιμοποιήθηκε σε τμήμα του decumanus maximus στο σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης. Επιστημονική Επετηρίδα, Τμήμα Γεωλογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τιμητική έκδοση στη μνήμη της ομότιμης καθηγήτριας Α. Κασώλη-Φουρναράκη, Ειδικός τόμος 105, 31-35.
  • Ορλάνδος Α. (1958). Τα υλικά δομής των αρχαίων Ελλήνων. Τευχ. 2. Τα μέταλλα, το ελεφαντοστούν, τα κονιάματα και οι λίθοι. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 37, 427 σ.
  • Πελεκανίδης Σ. (1949). Παλαιοχριστιανικά μνημεία Θεσσαλονίκης: Αχειροποίητος-Μονή Λατόμου, 11-41.
  • Τσακτσίρα Λ., Παπανθίμου Κ., Μάντζιου Γ., Καλογήρου Ν. (2003). Θεσσαλονίκη, η πόλη και τα μνημεία της. Εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία, 246 σ.
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Θεσσαλονίκη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

T76 / Φυσικό περιβάλλον / Θεσσαλονίκη /

Θεσσαλονίκη : Ρέμα Βαθύλακκου

Θεσσαλονίκη : Ρέμα Βαθύλακκου
Ξεκινώντας από το περίφημο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο του 2ου αι. μ.Χ. το μονοπάτι Χορτιάτης - Πλατανάκια Πανοράματος - Θέρμη μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετική φυσιολατρική, αρχιτεκτονική και ιστορική διαδρομή.
T106 / Μνημεία / Θεσσαλονίκη /

Οι Μαγεμένες | Las Incantadas

Οι Μαγεμένες | Las Incantadas
Το µνηµείο των "Μαγεµένων" χρονολογείται µεταξύ του 2ου και αρχές του 3ου µ.Χ. αι. Τα µέχρι σήµερα σωζόµενα µέλη αναπαριστούν δύο κυρίως µυθολογικούς κύκλους, αυτούς του Διός και του Διονύσου. Σχετίζονται µε τη λατρεία των Καβείρων της Θράκης.
T107 / Φυσικό περιβάλλον / Θεσσαλονίκη /

Μικρά Φτερουγίσματα στην πόλη

Μικρά Φτερουγίσματα στην πόλη
Τα πουλιά είναι ζωντανοί οργανισμοί. Είναι απρόβλεπτα και κάθε εικόνα που δίνουν είναι μοναδική, πράγμα που θέλει κάθε φωτογράφος για το υλικό του. Τα πουλιά αποτελούν ένα θαυμαστό κόσμο με ποικιλομορφία και χρώματα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, παρά μόνο αν τα πλησιάσουμε και επικεντρωθούμε πάνω τους. 
T107 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 1oς περίπατος

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 1oς περίπατος
Ταξιδευτής
Στους χάρτες του μυαλού, σύνορα δε χαράζονται και όρια στενά.
Μονάχα πορείες προκλητικές. Κάθε νέου τόπου, το κορμί, σε καρτερεί να το γνωρίσεις.
Με σεβασμό να διασχίζεις μονοπάτια - τις λεωφόρους να αποφεύγεις.
Μη σπαταλήσεις μέρες. Ζήσε ταξιδευτής.
 
T109 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 3ος περίπατος

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 3ος περίπατος
Ο τρίτος κατά σειρά πολιτιστικός και ιστορικός περίπατος στην πόλη της Θεσσαλονίκης μας αποκαλύπτει μερικά από τα κορυφαία σημεία και μνημεία, που αποτελούν πόλο έλξης για κάθε Έλληνα και ξένο επισκέπτη.
T109 / Φυσικό περιβάλλον / ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ /

Τα αγριόγιδα του Ολύμπου

Τα αγριόγιδα του Ολύμπου
Το πρωί της επομένης και αφού κλειδαμπαρώσαμε το καταφύγιο, ξεκινήσαμε την κάθοδο από τα παλάτια των θεών για τον «πολιτισμό». Δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ και ένα πλήθος αγριόγιδων μας έκλεινε το μονοπάτι. Κοκαλώσαμε στην θέση μας για να μην τα τρομάξουμε. Το κοπάδι αποτελούμενο από πάνω από 65 άτομα ήταν το μεγαλύτερο που έχω δει ως τώρα στον Όλυμπο. Πλησιάσαμε προσεκτικά ...
 
T110 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 4ος περίπατος

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 4ος περίπατος
Σειρά στο συναρπαστικό οδοιπορικό στους δρόμους της Θεσσαλονίκης παίρνει η ευρύτερη περιοχή της Πλατείας Αριστοτέλους, που μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, καθιερώθηκε ως η εμβληματικότερη της πόλης.
T110 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

60 χρόνια Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης

60 χρόνια Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης
Ο Σ.Ε.Ο Θεσσαλονίκης που το μακρινό 1957 δημιούργησε το κορυφαίο καταφύγιο του Ολύμπου, συμπληρώνει το 2017 μια πορεία 60 χρόνων, γεμάτη με δημιουργική δράση και αναρίθμητες εμπειρίες ορειβατικές και αναρριχητικές.
T111 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 5ος περίπατος

 Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 5ος περίπατος
Νέοι πολιτιστικοί περίπατοι και χαλαρές περιπλανήσεις μας μεταφέρουν σε σημεία με χαρούμενους ανθρώπους και σε δημοφιλή στέκια, που συνδέουν το παρελθόν της Θεσσαλονίκης με το ζωντανό, καθημερινό παρόν.
T112 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 6ος περίπατος

Πολιτιστικοί Περίπατοι Θεσσαλονίκης | 6ος περίπατος
Στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, εντός και εκτός των τειχών, ο ενημερωμένος περιηγητής μπορεί να ανακαλύψει εκπληκτικά κτίρια, βυζαντινούς και αρχαίους ναούς, που από τον απλό τουρίστα δεν είναι άμεσα ορατοί.
T114 / Παράδοση / Θεσσαλονίκη /

Μια διαδρομή με το τραμ της Λεωφόρου των Εξοχών

Μια διαδρομή με το τραμ της Λεωφόρου των Εξοχών
Στο ανατολικό άκρο της Θεσσαλονίκης, στις περίφημες «Εξοχές» άκμαζε, στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μια Θεσσαλονίκη πολυπολιτισμική, με οικίες μεγαλόπρεπες που αποτελούσαν έξοχα δείγματα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής.
T116 / Φυσικό περιβάλλον / Θεσσαλονίκη /

Θεσσαλονίκη: Άλσος Δελασάλ

Θεσσαλονίκη: Άλσος Δελασάλ
Απέχει μόλις 7 χλμ. από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, είναι, ωστόσο, άγνωστο στους περισσότερους Θεσσαλονικιούς. Είναι το περίφημο «Άλσος Δελασάλ» ο πάλαι ποτέ μαγευτικός κήπος του Τζέκη Άμποτ, στις αρχές του 19ου αιώνα.